ΟΙ ΣΙΤΑΠΟΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ Όταν ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί την πέτρα και τον τρόπο να την επεξεργάζεται, ανάλογο με τον τόπο παραμον...

 

ΟΙ ΣΙΤΑΠΟΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ

Όταν ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί την πέτρα και τον τρόπο να την επεξεργάζεται, ανάλογο με τον τόπο παραμονής του, διαμόρφωσε έναν μεγάλο αριθμό χρήσεων στην καθημερινή του ζωή.

  Είναι ευνόητο όμως, ότι όλα αυτά ίσχυαν και  ισχύουν, σε μέρη που η πέτρα σαν πρώτη ύλη, ήταν και είναι σε αφθονία.

  Σε μέρη που υπήρχε έλλειψή της,  ο άνθρωπος την αντικατέστησε με άλλα υλικά, όπως ο πηλός (οπτόπλινθοι κ.λ.π.) για οικοδομικό υλικό κυρίως.

Η Σύμη, ένα νησί πετρώδες στο σύνολό του, βρήκε αυτό το ευλογημένο υλικό, και μέχρι σήμερα το χρησιμοποίησε για να κτίσει τα παλιά της κάστρα, τα μνημεία της (Ποντικόκαστρο, Δράκου, Κάστρο κ.λ.π.) τα περίφημα νεοκλασικά της σπίτια, και ένα πλήθος τοίχων ξερολιθιάς σε όλα τα μέρη του νησιού.

  Η πέτρα πάντως, κατεργασμένη ή ακατέργαστη, προσέφερε αμέτρητες χρήσεις. Ανάμεσα στις πέτρινες κατασκευές που η χρήση της πέτρας σαν υλικό δεν απαιτούσε κάποια κατεργασία ή ελάχιστη, ήταν τα Βυζαντινά  πατητήρια κρασιού και οι Σιταποθήκες.

  Για τα πατητήρια κρασιού, έχει εκδοθεί βιβλίο και υπάρχει σχετικό ντοκιμαντέρ, όπου με μια εμπεριστατωμένη έρευνα - μελέτη που κράτησε περί τα 5 – 6 χρόνια από το 1992, με αποκορύφωμα την αναστήλωση 11 πατητηριών στην περιοχή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Κουρκουνιώτη από τον υποφαινόμενο, αναδείχθηκαν οι πέτρινες αυτές κατασκευές, και βγήκε στην επιφάνεια, μια παλιά ασχολία της Σύμης, που είχε ξεχαστεί. (Μέσα στο ΣΥΜΑΙΩΝ ΓΗ - Symi Land – στα βίντεο που έχουμε για τη Σύμη, μπορεί ο καθένας να βρει και «ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΠΑΤΗΤΗΡΙΑ ΚΡΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ», και να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το θέμα αυτό).

Είναι δε γνωστό ότι, όλοι οι ξένοι γεωγράφοι και περιηγητές που πέρασαν από το νησί, μνημονεύουν το λευκό λεπτόγευστο κρασί που παρήγαγε, αρχής γενομένης από τον Χριστόφορο Μπουοντελμόντι το 1420.

  Σήμερα λοιπόν, θα ασχοληθούμε με τις Σιταποθήκες, που η κατασκευή τους όπως και των πατητηριών, είχε κάποιους συγκεκριμένους ειδικούς λόγους ύπαρξης.

  Αναλυτικότερα. Για μεν τα πατητήρια κρασιού, έπρεπε να είναι κοντά στα μέρη της καλλιέργειας της αμπέλου, αλλά ταυτόχρονα, έπρεπε να υπάρχει και το κατάλληλο νταμάρι στην περιοχή, για να κτιστεί ένα πατητήρι, επειδή απαιτούσε μεγάλες πλάκες (ενιαία πλάκα για δάπεδο), και τις όρθιες πλάκες.

  Γι’ αυτό στο βιβλίο των πατητηριών, αναρωτιόμασταν, αν πράγματι τα αμπέλια διαλέχτηκαν σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή για το χώμα, ή για τη μορφολογία του εδάφους σε σχέση με την καταλληλότητα της πέτρας. (Από ένα διάστημα και μετά – το δάπεδο που ήταν το πιο σοβαρό εμπόδιο για την κατασκευή ενός πατητηριού και απαιτούσε ενιαία πέτρα, αντικαταστάθηκε σε ορισμένα μεταγενέστερα, με μεγάλες πλάκες, που μπορούσαν να μεταφερθούν).

  Οι σιταποθήκες πάλι, έπρεπε να βρίσκονται  κοντά στις καλλιέργειες των σιτηρών, αλλά όχι μακριά από τα αλώνια, όπου γινόταν ο διαχωρισμός των σπόρων.

Ποιοι λόγοι άραγε επέβαλαν την κατασκευή των σιταποθηκών;

 Κατ’ αρχάς να πούμε ότι, η καλλιέργεια των σιτηρών στη Σύμη, ανάγεται σε πολύ μακρινή εποχή.

  Κάποιοι δε ξένοι ερευνητές παλιά, που παρουσίασαν αρχαία νομίσματα της Σύμης με την κεφαλή της Δήμητρας στη μια πλευρά και στάχυα από την άλλη – άσχετα αν τελικά δεν ήταν από το νησί όπως αποφάνθηκαν άλλοι – πιθανόν από τις μεγάλες καλλιέργειες σιτηρών παρασύρθηκαν για να διατυπώσουν αυτή τη γνώμη.

(Για την ιστορία να πούμε, πως ο Γκόλτσιους που ασχολήθηκε με τη Συμαϊκή νομισματολογία, υποστήριξε ύστερα από πολλές ιστορικές και αρχαιολογικές μελέτες, ότι η Σύμη έκοψε πράγματι από δικό της νομισματοκοπείο δύο εκδόσεις νομισμάτων, κατά την περίοδο 1150 – 1000 π.Χ. εκ των οποίων η μία έφερε στην μπροστινή πλευρά όπως αναφέραμε και πιο πάνω το κεφάλι της σταχυοστεφούς  Δήμητρας, και στην οπισθία όψη, δέσμη από 5 κεφάλια στάχυος με τις λέξεις ΣΥΜΑΙΩΝ.

Τα ανωτέρω, διέψευσε ο Έκκελ, και κατηγόρησε τον Γκόλτσιους ως πλαστογράφο, γιατί παρουσίαζε  τα νομίσματα των Ερεσίων της Λέσβου σαν τέτοια Συμαϊκά. Έκτοτε οι νομισματολόγοι, εξοβέλισαν τα πλαστά αυτά νομίσματα, τα οποία παραπλανηθείς ο Ντάπερ δημοσίευσε στην 552 σελίδα του βιβλίου του, «Περιγραφή των νήσων του Αρχιπελάγους».

Από την εφημερίδα «ΣΥΜΑΪΚΑ ΝΕΑ», τόμος Α’ Μάιος 1951, τεύχος 2 (90) εκδότης Μιχαήλ Σκευοφύλαξ).

  Να πούμε εδώ ότι, και το πιο μικρό κομμάτι γης που υπήρχε καλλιεργούνταν.

  Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι, από μαρτυρίες ηλικιωμένων ανθρώπων, που έφτασαν μέχρι πρόσφατα τις καλλιέργειες αυτές, μπορούσε να ξεσπάσει διαμάχη μεταξύ των καλλιεργητών, ακόμα και για ένα κομμάτι γης 2Χ2 μέτρα, για το ποιός έχει την κυριότητά του.

   Είναι λοιπόν λογικό να σκεφθούμε – για να επανέλθουμε στο ερώτημα ποίοι λόγοι επέβαλαν την κατασκευή των σιταποθηκών – ότι η μεγάλη παραγωγή, απαιτούσε χώρους φύλαξης.

  Το μέγεθος και η προχειρότητα της κατασκευής των, δείχνουν ότι δημιουργούνταν για να φιλοξενήσουν για λίγο χρονικό διάστημα το σιτάρι – κριθάρι,  και όχι για μόνιμη φύλαξη.

Οι διαστάσεις τους εσωτερικά, είναι ενδεικτικές, και δεν υπερβαίνουν σε χωρητικότητα το 1 κυβικό περίπου. Αναφέρουμε  μερικές: Ύψος 90 εκατοστά, διάμετρος  80 εκατοστά. Ύψος 1,10 εκατοστά, διάμετρος 80 εκατοστά. Ύψος 100 εκατοστά, διάμετρος 100 εκατοστά.

 Ύψος 100 εκατοστά, διάμετρος 70 εκατοστά. Ύψος 1.20 εκατοστά, διάμετρος 100 εκατοστά. (Οι μετρήσεις έγιναν στην περιοχή Λοπίδια).

Το πόσο πρόχειρα είναι φτιαγμένες, φαίνεται και από τον τρόπο κατασκευής τους.

  Ως συνήθως επέλεγαν ένα βράχο κοντά στην περιοχή των αλωνιών χωρίς πολλές εσοχές και κοιλότητες, ώστε να έχουν λιγότερο τοίχο λιθοδομής να χτίσουν, αλλά ταυτόχρονα με αυτόν το τρόπο, εξασφάλιζαν και λιγότερες απώλειες  από διαρροές στα κενά (αρμούς) που δημιουργούνταν κατά το κτίσιμο.

  Το ταίριασμα μεταξύ των πετρών (πλακών), ήταν το πρώτο τους μέλημα, για να μη δημιουργούνται  μεγάλα κενά.

Και οι αρμοί κλείνονταν με μικρότερες πέτρες, για να αποφεύγονται οι διαρροές όπως αναφέραμε και πιο πάνω.

  Το άνοιγμα κλεινόταν ως συνήθως με μια μεγάλη πλάκα αν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, ή από 2 – 3 σε συνδυασμό.

  Εσωτερικά η αποθήκη, έπαιρνε διάφορα σχήματα, ανάλογα και με τον τρόπο κατασκευής, τις χρησιμοποιούμενες πέτρες κ.λ.π.

  Έτσι μια σιταποθήκη μπορεί να είχε κυκλικό σχήμα, ελλειψοειδές, τετράγωνο ή ασύμμετρο.

  Η κατασκευή της – σύμφωνα με αυτές που απέμειναν μέχρι σήμερα – αξιολογούμε ότι μπορούσε να διαρκέσει 2 – 3 ώρες, ανάλογα με τις διαστάσεις, το μέγεθος των πετρών που είχαν στη διάθεσή τους, αλλά και τον όγκο λιθοδομής που ήταν αναγκαίο να χτίσουν.

  Πάντως, δεν εντοπίσαμε καμιά πέτρα λαξευμένη που χρησιμοποιήθηκε στο χτίσιμο.

  Όλα λοιπόν συντείνουν στο να βγάλουμε το συμπέρασμα, ότι οι κατασκευές αυτές είχαν πρόχειρο χαραχτήρα, και η χρήση τους γινόταν για λίγο χρονικό διάστημα.

  Ο αείμνηστος φίλος Μιχάλης Τσαβαρής (Λύρης), είχε τη δική του εξήγηση την οποίαν είχε ακούσει από τον πατέρα του.

  «Οι σιταποθήκες κτίζονταν για να κρύψουν το σιτάρι από τους πειρατές, και να πάνε να το πάρουν όταν δεν υπήρχε κίνδυνος».

  Πιστεύουμε, ότι δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια αυτή η εξήγηση, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε και άλλους λόγους, που δικαιολογούν το χτίσιμο των σιταποθηκών στα δύο αυτά μέρη  Κουτρουλιά και Λοπίδια.

  Αν κοιτάξουμε τις δύο αυτές περιοχές, βρίσκονται σε πολύ μακρινές αποστάσεις από την πόλη της Σύμης.

  Ο τελικός προορισμός λοιπόν των σιτηρών, ήταν ο οικισμός του νησιού. Άρα η μεταφορά, δε μπορούσε να γίνει άμεσα, γιατί πέραν από τη μεγάλη διαδρομή, απαιτούσε και αρκετό χρόνο. Αν υποθέσουμε ότι γινόταν με υποζύγια, θα χρειαζόντουσαν ικανός αριθμός από αυτά ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, και αρκετές διαδρομές.

  Ο πιο εύκολος τρόπος μεταφοράς νομίζουμε ότι ήταν με πλοίο. Όμως το πλοίο, δεν ήταν πάντα άμεσα διαθέσιμο, λόγω πολλών παραγόντων, (κινητήριος δύναμη τα πανιά) και κυρίως των καιρικών συνθηκών.

  Έτσι, απαιτούνταν λοιπόν πολλές συγκυρίες, για να φορτωθούν τα σιτηρά.

  Έπρεπε να μεταφερθούν με υποζύγια μέχρι το πλοίο, να φορτωθούν - βοηθούντος πάντα του καλού καιρού - για να υπάρχει αίσιο τέλος στην επιχείρηση μεταφοράς.

  Περιμένοντας λοιπόν το πλοίο και τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες, έπρεπε να προφυλάξουν τη σοδειά, από εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι τα ζώα (κατσίκια , ποντίκια), από κλοπές κ.λ.π. μέχρι να μεταφερθεί στον τελικό της προορισμό.

Πιθανολογούμε ότι, η αποθήκευση των σιτηρών στις σιταποθήκες, γινόταν μέσα σε σακιά, ώστε να υπάρχει ευκολία στην ανέλκυσή τους, και στη γρήγορη μεταφόρτωσή τους στα πλοία.

  Η δημιουργία λοιπόν των σιταποθηκών, εξυπηρετούσε αυτούς τους λόγους που αναφέραμε, γι’ αυτό και η κατασκευή τους ήταν πρόχειρη και σύντομη, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική.

  Ο χρόνος κατασκευής τους – σύμφωνα με τα επιφανειακά ευρήματα στη γύρω περιοχή – πρέπει να ξεκινά μετά τον 15ο – 16ο αιώνα, χωρίς να αποκλείουμε να υπήρχαν κάποιες από παλαιότερες εποχές.

  Αυτές όμως που κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι σήμερα, έστω και στη μορφή που βρίσκονται, η κατασκευή τους, δεν είναι πάνω από 200 χρόνων.

  Με την εγκατάλειψη της συστηματικής καλλιέργειας των σιτηρών, οι σιταποθήκες  έπαψαν να χρησιμοποιούνται και καταστράφηκαν οι περισσότερες.

  Σήμερα, οι πιο καλά διατηρημένες, βρίσκονται στα Κουτρουλιά και στα Λοπίδια. Άντεξαν μόνο, όσες ήταν κτισμένες πλάι σε μεγάλους βράχους, κι αυτές που είχαν δημιουργηθεί από μεγάλες πέτρες.

 Ανάμεσα στις σιταποθήκες, οι ατελείωτες ξερολιθιές να συγκρατούν το χώμα, και τα εγκαταλειμμένα αλώνια μισοκατεστραμμένα, μαντεύεις τις φωνές και τα πειράγματα την εποχή του θερισμού, ανακατεμένα με τον κόπο και τον ιδρώτα όσων δούλευαν τις δύσκολες εκείνες εποχές.

  Τότε που τα ανθρώπινα χέρια, έπρεπε να κάνουν τα πάντα για να επιβιώσει η οικογένεια, δημιουργώντας και στα πιο απίθανα μέρη – ακόμα και σε μια χούφτα χώμα – καλλιέργειες για να μπορέσουν να κρατηθούν ζωντανοί στο νησί τους.




Δημοσίευση σχολίου

emo-but-icon

Σχετικοι Συνδεσμοι

Προσφατα

item