ΠΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΚΤΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΡΟΥΚΟΥΝΙΩΤΗ (ΜΙΧΑΗΛΗ).

ΠΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΚΤΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ  ΡΟΥΚΟΥΝΙΩΤΗ (ΜΙΧΑΗΛΗ). Αφιερωμένο, στον Ι...

ΠΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΚΤΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ  ΡΟΥΚΟΥΝΙΩΤΗ (ΜΙΧΑΗΛΗ).





Αφιερωμένο, στον Ιερομόναχο Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κλαδάκη.

ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ


Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ετήσιο Περιοδικό ΑΙΓΛΗ αριθμός τεύχους 10 του 2000, 
προσφορά της εφημερίδας  Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ, με διαφορετικό τίτλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Είναι γεγονός, πως δε γνωρίζαμε τίποτε για το μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, εκτός από το όνομα του μικρού λιμανιού που τοποθετείται πριν το Τολί, και υποθέταμε, ότι εκεί σε κάποιο σημείο του θα βρισκόταν το μοναστήρι.

Όμως, μια σημαντική πληροφορία που μας ήρθε, μας έκανε να βρούμε μια άκρη, σχετικά με αυτό το θέμα.

Ταυτόχρονα, θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε ένα άγνωστο κεφάλαιο της ιστορίας της Σύμης, που συνδέεται με την Εκκλησία, και συγκεκριμένα, με τις πρώτες μοναχικές κοινότητες του νησιού.

Επιπλέον, θα διερευνήσουμε, όλα εκείνα τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτή την αναζήτηση, ώστε να δώσουμε απάντηση στα ερωτήματα σχετικά με την είσοδο του Χριστιανισμού στη Σύμη, και στο χρόνο ίδρυσης των δύο παλαιότερων Μονών του νησιού, του Αγίου Ισιδώρου (Αϊ Σίδερος) και του Μιχαήλ Ρουκουνιώτη (Μιχαήλη).

Αφορμή για όλα τα παραπάνω, μας έδωσε το κείμενο ενός άγνωστου χειρογράφου, το οποίο υπάρχει στο Άγιο Όρος, και μας έγινε γνωστό πριν μερικά χρόνια.

Παρ’ όλο που δεν έχουμε στη διάθεσή μας το χειρόγραφο – αν και προσπαθήσαμε παλαιότερα να το εντοπίσουμε – θεωρήσαμε σκόπιμο να ανακοινώσουμε το περιεχόμενό του, όπως μας μεταφέρθηκε από μοναχό, που μόναζε εκεί, πιστεύοντας έτσι, πως μπορεί με τη δημοσιοποίηση αυτή, να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις για την ανεύρεσή του.

Όχι ότι θα προσθέσει φυσικά τίποτε νέο η ανεύρεσή του – μια και γνωρίζουμε όλο το περιεχόμενο που αφορά τη Σύμη – αλλά για επιστημονικούς κυρίως λόγους, θα ήταν ορθότερο η παρουσίαση, να συνοδεύεται από τον συγγραφέα, τον κωδικό καταχώρησής του, τη Μονή στην οποία βρίσκεται κ.λ.π.

Πρέπει όμως εδώ να αναφέρουμε τα ονόματα των μοναχών, μέσω των οποίων έφτασε ως εμάς το κείμενο του σπουδαίου αυτού χειρογράφου, για να καταδείξουμε τη σοβαρότητα, την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα των λόγων τους.

Το κείμενο λοιπόν του χειρογράφου, μας έκανε γνωστό πριν καιρό ο Ιερομόναχος Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κλαδάκης, ο οποίος για μεγάλο διάστημα μόναζε στο Άγιο Όρος, και πρώτος του το είχε αναφέρει, ο επίσης σπουδαίος Συμιακός μοναχός που το διάβασε και το αντέγραψε από το πρωτότυπο, Αβακούμ ο Ανυπόδητος (Αντώνιος Γαϊτάνος κατά κόσμο).

Για όσους γνωρίζουν ποιος ήταν ο Αβακούμ ο Ανυπόδητος, δε χρειάζεται παρουσίαση.

Θα ήταν όμως άδικο, να μην αναφέρουμε λίγα λόγια για τη ζωή του στους νεότερους, για να δείξουμε την εγκυρότητα και τη σοφία των λόγων του, την οποία απέκτησε, μελετώντας και αντιγράφοντας χειρόγραφα στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, στην οποία υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η αναφορά μας στο χειρόγραφο, δε θα μπορούσε λοιπόν να γίνει ποτέ, εάν δεν υπήρχε ο Συμιακός Αβακούμ ο Ανυπόδητος, το ζήλο και την επιμέλεια του οποίου θαύμαζαν πολλοί στο Άγιο Όρος όπου μόνασε, γινόμενος λίαν αγαπητός μεταξύ των συντρόφων του.

Καταγινόταν με την αντιγραφή και ανάγνωση χειρογράφων, μεταξύ των οποίων ανέγνωσε και το σπουδαίο χειρόγραφο που επικαλούμαστε σήμερα.
  Μάλιστα είχε ένα τετράδιο, στο οποίο αντέγραφε, κάθε χειρόγραφο που αφορούσε τη Σύμη, όπως μου είπε ο Ιερομόναχος Αρσένιος, και άγνωστο πού κατέληξε μετά το θάνατό του.

Ήταν παροιμιώδης η μνήμη του, ώστε μπορούσε να αποστηθίζει μεγάλα αποσπάσματα από βιβλία ή κείμενα, και πάντα σε συζητήσεις που έκανε, μετέφερε ακόμα και ολόκληρα χωρία, για να καταδείξει την ορθότητα των λόγων, στο θέμα που τον απασχολούσε.

Στη Σύμη, από μικρό παιδί πήγαινε ταχτικά στην εκκλησία των Εισοδείων (Λεμονίτισσα) και υπηρετούσε στο ιερό, φανερώνοντας τη ροπή του προς τα Θεία.

Ο Αβακούμ, άρχισε να μαθαίνει στη Σύμη Αγιογραφία πλάι σε έναν παπά, και όταν πεθαίνει ο δάσκαλός του, αναλαμβάνει ο ίδιος να κάνει τον αγιογράφο.

Στο διάστημα αυτό, του γεννάται η επιθυμία να χτίσει εξωκλήσι προς τιμήν του Αγίου Φανουρίου στη Σύμη.

Καταφέρνει πράγματι να χτίσει το ξωκλήσι με αρκετά εμπόδια και δυσκολίες, και μετά φεύγει για το Άγιο Όρος, όπου μετά από ένα χρόνο δοκιμασίας γίνεται μοναχός και παίρνει το όνομα Αβακούμ.

Σε ότι αποστολή ή υπηρεσία και αν τοποθετήθηκε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, πάντα κατάφερνε να τη φέρνει σε πέρας με ζήλο, με αγάπη και καρτερικότητα.

Τον αγαπούσαν όλοι, γιατί είχε το χάρισμα να δίνει πάντα αγάπη, σε όσους είχαν την ανάγκη του.

Οι ατελείωτες αναζητήσεις και συζητήσεις του στα χειρόγραφα και τα βιβλία της Μονής, τον είχαν κάνει περιζήτητο συζητητή των Γραφών και των Κανόνων της εκκλησίας.

Εγκρατής, εργατικός και πιστός υπηρέτης των Θείων λόγων του θεού, έμεινε αγαπητός σε όλους μέχρι το τέλος του.

Αυτά σαν μικρό αφιέρωμα στον άνθρωπο που έγινε η αιτία να γνωρίσουμε αυτό το σπουδαίο χειρόγραφο.
 
Θέλουμε να προσθέσουμε εδώ, ότι η έρευνά μας επεκτάθηκε σε πολλούς τομείς με αφορμή το χειρόγραφο, και αποκάλυψε σπουδαίες και αξιοπρόσεκτες παραμέτρους, που φωτίζουν πολλά κενά στην ιστορία του μοναστηριού του Μιχαήλη ανά τους αιώνες, και καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα και το ρόλο που έπαιξε στα δρώμενα του νησιού.

Ταυτόχρονα πολλά κομμάτια του Μωσαϊκού που μας φαίνονταν ασύνδετα και σκόρπια, απέκτησαν σημασία και συνοχή, ενώ η παράδοση που πολλές φορές έρχεται επίκουρος σε γεγονότα και συμβάντα, βοήθησε ώστε να δούμε με διαφορετικό μάτι και την παραμικρή λεπτομέρεια και πληροφορία που μας παρουσιάστηκε.

Και είναι αλήθεια, ότι επί οκτώ χρόνια μαζέψαμε υπομονετικά ότι στοιχείο ήταν χρήσιμο γι’ αυτήν την παρουσίαση.

Θα αναφέρουμε τώρα το κείμενο του χειρογράφου, και μετά θα κάνουμε σχόλια, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, και μπορούμε να πούμε πως ήταν αρκετά, μια και αναλύσαμε όλες τις λέξεις που ήταν ικανές να μας δώσουν νέα δεδομένα, αλλά και να υπάρχουν συγκρίσεις με παλαιότερα.

Για πρώτη φορά εξ’ άλλου αναφέρεται σε επίσημο έγγραφο το Μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, για το οποίο μέχρι τώρα δεν είχαμε καμιά πληροφορία, και όπως συμπεραίνουμε, πρέπει να ήταν η πρώτη μοναχική κοινότητα στο νησί, όπως βγαίνει μέσα από το χειρόγραφο.
  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το κείμενο του χειρόγραφου σε ελεύθερη απόδοση έχει ως ακολούθως, μια και δεν υπήρχε η δυνατότητα να μπουν οι προτάσεις με τη σειρά που είναι το πρωτότυπο, όπως μεταφέρθηκε από το μοναχό Αβακούμ τον Ανυπόδητο στο μοναχό τότε Αρσένιο Κλαδάκη.

Το χειρόγραφο:

«Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β’ ο Μικρός, πηγαίνοντας σε κάποια αποστολή με το Βυζαντινό στόλο, έφτασε στο νησί της Σύμης, και επισκέφτηκε το Μοναστήρι του Αγίου Ισιδώρου. Κατέβηκε από το πλοίο και ανέβηκε στο Μοναστήρι, όπου τον υποδέχθηκαν οι μοναχοί.

Το Μοναστήρι αυτό, το έκτισαν μοναχοί από τη Νιτρία, και η περιοχή έχει πολλά δέντρα με ελιές, αμπέλια και νερό.

Οι μοναχοί τότε, βρήκαν την ευκαιρία να πουν στον αυτοκράτορα για τους πειρατές οι οποίοι τους επισκέπτονταν συχνά και ρημάζουν τα παράλια, τους κλέβουν τις σοδειές τους και ζουν συνέχεια με το φόβο της λεηλασίας και του θανάτου.

Ο αυτοκράτορας τότε τους υποσχέθηκε να τους διαθέσει τα απαραίτητα, ώστε να χτίσουν ένα καινούργιο μοναστήρι σε άλλο μέρος, δίνοντάς τους χρήματα και μαστόρους.

Το νέο μοναστήρι που κτίστηκε, είναι ο Μιχαήλ Ρουκουνιώτης.



Έλεγαν μάλιστα, ότι οι μαστόροι που δούλευαν στο μοναστήρι του Μιχαήλ Ρουκουνιώτη, έτρωγαν ψωμί από την Κωνσταντινούπολη, το οποίο το έστελναν με καΐκι επίτηδες κάθε φορά.

Όταν ο Βυζαντινός στόλος μπήκε στο λιμάνι της Σύμης, ήταν πολύ μεγάλος, που γέμισε ο κόλπος πλοία, και κατέβηκε ο κόσμος να τον θαυμάσει».

Αυτό είναι περίπου το χειρόγραφο, αλλά υπάρχουν και κάποιες άλλες πληροφορίες, οι οποίες δεν ήμαστε σίγουροι αν ανήκουν σε αυτό ή σε άλλο χειρόγραφο, όπως μας το διευκρίνισε ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κλαδάκης, κι έτσι, δεν τις ενσωματώσαμε στο πιο πάνω κείμενο.

Συγκεκριμένα: Μετά το χτίσιμο του Μιχαήλη, αφού πέρασε κάποιος καιρός, μια ομάδα μοναχών αποσπάστηκε από το μοναστήρι του Μιχαήλη και έκτισε το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Μετά από κάποια χρόνια, μια άλλη ομάδα έφυγε πάλι από εκεί, για να κτίσει το μοναστήρι του Μιχαήλ Κοκκιμήδη. (Να πούμε εδώ, πως η απόσπαση ομάδας μοναχών για τη δημιουργία καινούργιου κοινοβίου, συνήθως έχει τις αιτίες της στη διαδοχή νέου ηγουμένου. Αν ο παλαιός ηγούμενος αποσύρεται λόγω γήρατος ή ασθενείας, και έχει κάποιον που τον εμπιστεύεται, τον προωθεί στην ιεραρχία. Αν όμως δε συμφωνεί κάποιος που θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να αναλάβει εκείνος τη διοίκηση της Μονής, παίρνει τους υποστηρικτές του και δημιουργεί καινούργιο κοινόβιο όπως είπαμε. Η μεταβίβαση, μπορεί να γίνει και με ψηφοφορία, αλλά πάλι ο μειοψηφήσας, μπορεί να μην αποδεχτεί το αποτέλεσμα και να φύγει. Ακόμα μια αιτία είναι ο μεγάλος αριθμός μοναχών.)





Το κείμενο λοιπόν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, και φέρνει καινούργια στοιχεία τα οποία πρέπει να τα αξιολογήσουμε κατάλληλα.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να εντοπίσουμε τη χρονική περίοδο που τοποθετείται η άφιξη του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’ του Μικρού στη Σύμη.

Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β’ ο Μικρός, όπως τον αποκαλούν οι ιστορικοί, ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία 7 ετών, όταν πέθανε ο πατέρας του Αρκάδιος το 408 μ.Χ.

Επειδή όμως ήταν μικρός, τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, ανέλαβε η αδελφή του Πουλχερία η οποία ήταν μεγαλύτερη.

Ήταν αρκετά φιλόδοξη, ώστε για να κρατήσει το θρόνο όσο γινόταν περισσότερο, προσπάθησε να κατευθύνει το μικρό αδελφό της αυτοκράτορα προς τη μοναχική ζωή και τα μοναστήρια, δίνοντάς του άλλα ενδιαφέροντα.

Αλλά και ο ίδιος όπως λένε, δεν έδειχνε και μεγάλο ενδιαφέρον για τα διοικητικά, και ασχολείτο με την καλλιγραφία, αντιγράφοντας παλιά χειρόγραφα με μεγάλη επιμέλεια και υπομονή, ώστε μερικοί ιστορικοί να τον αποκαλούν και Θεοδόσιο Β’ Καλλιγράφο.

Ακόμα και τη σύζυγό του Αθηναΐδα – ειδωλολάτρισσα στην αρχή και χριστιανή Ευδοκία μετέπειτα – η ίδια η αδελφή του λένε του την πρότεινε το 421 μ.Χ. δείχνοντας τη δύναμη του χαραχτήρα της.

Ο αυτοκράτορας λοιπόν Θεοδόσιος ο Β’ ο Μικρός, έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα Μοναστήρια και τους Μοναχούς, ώστε να δικαιολογείται η συνήθειά του, να χορηγεί μεγάλα ποσά στα Μοναστήρια.

Η απόφασή του δε να αγκυροβολήσει και να ακούσει τα προβλήματα των Μοναχών του Αϊ Σίδερου, εντάσσεται στη ροπή που είχε περί τη μοναστική ζωή. Η άφιξή του στη Σύμη και στον Αι Σίδερο, πρέπει να τοποθετείται λογικά μεταξύ του 420 και του 450 μ. Χ. οπότε και πέθανε.

Από τις ιστορικές πηγές που υπάρχουν, ο Θεοδόσιος, δεν έκανε πολλές εξόδους από την Κωνσταντινούπολη, μια και ούτε σε πολέμους ηγήθηκε του στρατού, ούτε και του στόλου. Μια από τις εξόδους του θα πρέπει να ήταν και στην Έφεσο όπου έγινε η 3η Οικουμενική Σύνοδος, κατά την οποίαν καταδικάστηκε η αίρεση του Νεστόριου το 431 μ. Χ.

Η Έφεσος, απέναντι από τη Σάμο, πιθανόν του έδωσε την ευκαιρία να κατέβει μέχρι τη Ρόδο ή και την Κρήτη όπως λέγεται, μετά το πέρας της Συνόδου.

Αν λοιπόν ο αυτοκράτορας έφτασε μέχρι εδώ με το στόλο – ο οποίος λόγω της φύσης του έπρεπε να ταξιδεύει από νησί σε νησί – τότε το 431 μ. Χ. πρέπει να θεωρείται σαν η πιο πιθανή χρονολογία επίσκεψής του στη Σύμη και στο Μοναστήρι του Αι Σίδερου.

Σε ποιο σημείο όμως ήταν το μοναστήρι του Αι Σίδερου;



Το λιμανάκι του Αϊ Σίδερου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο


Σήμερα την ονομασία αυτή, την έχει το μικρό λιμανάκι πριν το Τολί.
Το χειρόγραφο όμως, μιλά για την περιοχή του Αϊ Σίδερου, αναφέροντας ελιές, νερό και αμπέλια, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά το Τολί, που ανταποκρίνεται σε όλα αυτά τα γνωρίσματα. Και νερό διαθέτει, αλλά και ορισμένες ελιές κατάλοιπα από παλιές ρίζες στέκουν ακόμα μέχρι σήμερα, έχοντας χοντρό γέρικο κορμό με λίγα κλωνάρια.


Μια φωτογραφία ελιάς από την περιοχή Τολί

Το μοναστήρι λοιπόν του Αϊ Σίδερου όπως όλα δείχνουν, δε βρισκόταν στο μικρό λιμανάκι όπως νομίζουν όλοι, αλλά πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή του Τολιού.

Σε έρευνες που κάναμε, όλες οι ενδείξεις, συνηγορούν, ότι το μοναστήρι, πρέπει να βρισκόταν στο διάσελο, στο λαιμό, μεταξύ του Τολιού και του λιμανιού που ονομάζουμε σήμερα Αϊ Σίδερο.

Σε κείνη τη θέση υπάρχουν τα ερείπια παλιού προχριστιανικού κτίσματος, και διακρίνονται πολύ καθαρά θεμέλια και τοίχοι. Μπορεί εύκολα να ξεχωρίσει κανείς, ορισμένα χωρίσματα δωματίων.

Στην περιοχή εκείνη εξάλλου, εντοπίσαμε θραύσματα από Βυζαντινό κουρασάνι (αστρακιά), καθώς και μια κεραμική λαβή με Βυζαντινή γραφή(;).

Υπάρχουν ακόμα και άλλοι λόγοι που η τοποθεσία αυτή θεωρείται σαν η επικρατέστερη.

Κατ’ αρχάς, δε θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός, ότι την εποχή που χτίστηκε το μοναστήρι, το προϋπάρχον κτίριο, μπορεί μεν να ήταν ερειπωμένο, αλλά υπήρχαν οι δομές, πάνω στις οποίες συνέχισαν την ανέγερση και την ολοκλήρωση της μονής. Παρόμοια παραδείγματα έχουμε στο Σωτήρη το Μικρό, στον Προφήτη Ηλία, στην Αγία Κατερίνα, στον Αϊ Φιλήμονα και αλλού.

Άλλωστε, έτοιμο οικοδομικό υλικό από λαξευμένες πέτρες υπήρχε, και δε χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για μεταφορά ή επεξεργασία.

Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν κατάλοιπα από λαξευμένες πέτρες που προέρχονται από το κτίριο, αν και οι μικρές όπως μάθαμε, και ότι ήταν ικανό να μεταφερθεί μεταφέρθηκε. Έμειναν μόνο οι μεγάλες λαξευμένες σε όγκο πέτρες του προχριστιανικού κτιρίου, που με το χρόνο κύλησαν και διασκορπίστηκαν σε μεγάλη έκταση.

Θα αναφέρουμε μια λεπτομέρεια που είδαμε, και μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη φαίνεται σημαντική, όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Στην άκρη του κτιρίου, και σε λίγη απόσταση από τη γωνία του προς τα βόρεια, υπάρχει πέτρινη βάση βωμού ή αγάλματος λαξευμένη σε ριζωμένο βράχο, που φαίνεται ότι κάποιοι με βίαιο τρόπο έσπασαν ότι υπήρχε πάνω σε αυτήν. Είναι γνωστόν ότι μετά την καθιέρωση του Χριστιανισμού σαν επίσημη θρησκεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Θεοδόσιο τον Μέγα τον 4ο αιώνα μ. Χ. πολλοί αρχαίοι ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς, και πολλά σύμβολα ειδωλολατρικά και βωμοί αποκαθηλώθηκαν ή καταστράφηκαν δια της βίας.

Ο Νικήτας Δ. Χαβιαράς στο βιβλίο του «Τα μοναστήρια της Σύμης», Τόμος Α, τεύχος Α’ 1962, στην εισαγωγή του γράφει σε κάποιο σημείο: «Παρατηρείται δε ότι ουδείς εθνικός ναός σώζεται ακέραιος, μεταβληθείς εις Χριστιανικό ναό, όπως συνέβη αλλαχού. Εκ τούτου συμπεραίνεται, ότι οι Συμαίοι, χριστιανοί, εξετέλεσαν πιστώς τα διατάγματα ενίων αυτοκρατόρων, περί κατεδαφίσεις των Εθνικών ναών. Μετά την πάροδο όμως του χρόνου επί των θεμελίων των κατεδαφισθέντων ναών, ανήγειραν Χριστιανικούς»

Ένα άλλο τώρα σημείο που έρχεται να ενισχύσει την άποψή μας για την τοποθεσία που υποδεικνύουμε, είναι ότι βρίσκεται σε μια περιοχή, όπου το Μοναστήρι, ήταν ορατό από παντού. Σε αυτήν ακριβώς την περίοπτη θέση το είδε και ο αυτοκράτορας με το στόλο όπως κατέβαινε, και ζήτησε να το επισκεφτεί. Δυστυχώς αυτή η θέση ήταν που το πρόδιδε και στους πειρατές, ώστε να ανεβαίνουν και να το λεηλατούν τακτικά. Θα ήταν δε παράτολμο εκείνη την εποχή, να κτίσει κάποιος μοναστήρι σε παραλία κοντά στη θάλασσα, με την πειρατεία να βρίσκεται σε μεγάλη άνθιση.

Έχουμε εξάλλου παλαιότερα πει – κάνοντας τη μελέτη για κεραμικές καμίνους στη Σύμη – ότι σε σημείο του μικρού λιμενίσκου του Αϊ Σίδερου, φαίνονται τα θεμέλια κτιρίου αλλά και κεραμικής καμίνου, τα οποία πιθανότατα είναι Ελληνιστικών – Ρωμαϊκών χρόνων.

Γεννιέται όμως το ερώτημα, πως το μικρό αυτό λιμανάκι φέρει την ονομασία Αϊ Σίδερος.

Για όσους γνωρίζουν μορφολογικά την περιοχή, και έχουν κάνει τη θαλάσσια διαδρομή με τη βάρκα από το Γιαλό στο Τολί, θα γνωρίζουν, ότι όταν ο καιρός είναι άσχημος, και κυρίως άμα φυσά τραμουντάνα, μαΐστρος, πουνέντες φρέσκος, το πέρασμα μέσα από το στενό μεταξύ της μεγάλης στεριά και του νησιού της Οξιάς, είναι μεγάλη ταλαιπωρία.

Όταν λοιπόν οι παλαιότεροι είχαν μόνο κουπιά και πανιά, προτιμούσαν να μην κάνουν αυτή την επικίνδυνη διαδρομή, αλλά να αράξουν στο μικρό λιμανάκι, και με τα πόδια, που είναι περίπου 15 - 20 λεπτά ποδαρόδρομος, να φτάσουν στο μοναστήρι του Αϊ Σίδερου.

Επειδή το λιμανάκι αυτό, είναι το μόνο απάνεμο κάπως όταν φυσούν οι προαναφερθέντες καιροί, το χρησιμοποιούσαν και τα καΐκια και οι βάρκες και οι μοναχοί, όταν χρειαζόντουσαν να κάνουν μεταφορές ή επικοινωνία δια θαλάσσης.

Όταν λοιπόν έλεγαν «πάμε στον Αϊ Σίδερο», εκεί άραζαν όλοι, και πήγαιναν το σύντομο δρόμο με τα πόδια, αντί να ταλαιπωρηθούν στη θάλασσα περνώντας το στενό πέρασμα και το Ξόρος (κάβος στο Τολί) που είναι αρκετά μεγάλη διαδρομή.

Έτσι το μικρό λιμανάκι, που χρησιμοποιείτο και σαν επίνειο πήρε το όνομα του μοναστηριού του Αϊ Σίδερου.

Συνεχίζοντας την έρευνά μας για το μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση στην ερώτηση πότε κτίστηκε.






ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Σύμφωνα με το κείμενο του χειρογράφου που παραθέσαμε πιο πάνω, το Μοναστήρι το έχτισαν μοναχοί από τη Νιτρία.

Η Νιτρία, είναι βουνό και τοποθεσία στην έρημο της Αιγύπτου, και δέχθηκε μαζί με άλλα μέρη της περιοχής, όπως τη Θηβαΐδα, το Πηλούσιο, τη Ταβένεση κ.ά. τους πρώτους μοναχούς κατά το 3ο – 4ο αιώνα μ. Χ.

Μάλιστα επί των ημερών του Μεγάλου Αντωνίου, η Νιτρία πλημμύρισε από 5.000 Αναχωρητές.

Οι μοναχοί, ακολουθούσαν ως συνήθως τις διδασκαλίες των μεγάλων του Μοναχισμού, που επηρέαζαν με τη ζωή και το έργο τους, τον τρόπο ζωής και τη σκέψη των μοναχών.

Την εποχή που Πατριάρχης Αλεξανδρείας ήταν ο Θεόφιλος, οι μοναχοί των κελιών της Νιτρίας, είχαν ως πρότυπο, τη διδασκαλία του Ωριγένη, ο οποίος είχε φοβερή μόρφωση, και ήταν ένας από τους πολυγραφότατους συγγραφείς την εποχή του μοναχισμού, με ευρύ πεδίο σκέψης.

Βασανίστηκε κατά το διωγμό του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Δέκιου, αλλά πέθανε αργότερα στη Τύρο το 254 μ. Χ.

Οι μοναχοί λοιπόν των κελιών της Νιτρίας, ήταν διαποτισμένοι από τα κηρύγματα και την κατήχηση των λόγων του Ωριγένη, και αποκαλούνταν Ωριγενιστές.

Ο Πατριάρχης Θεόφιλος, αρχικά διέκειτο φιλικά προς τους Ωριγενιστές της Νιτρίας, εκτιμώντας την αρετή και την παιδεία των. Μάλιστα, σε μια εορταστική επιστολή του, επέκρινε τους ανθρωπομορφιστές αντιπάλους των Ωριγενιστών.

Μετά από λίγο όμως στράφηκε εναντίον τους, εξ αιτίας της υποδοχής που επεφύλαξαν στον Ισίδωρο τον Πρεσβύτερο.

Να πούμε λίγα λόγια για τον Ισίδωρο τον Πρεσβύτερο, τον οποίον υποδέχτηκαν οι μοναχοί της Νιτρίας. Ο Όσιος Ισίδωρος ασκητής της Νιτρίας, γεννήθηκε το 319 μ. Χ. και απεβίωσε το 404. Διαβόητη υπήρξε η πραότητα του, αλλά υπέφερε πολύ από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο, ο οποίος θέλησε αρχικά να τον κάνει Επίσκοπο, και κατόπιν τον απέλασε όχι μόνο από την εκκλησία της Αλεξανδρείας, αλλά και από την έρημο της Νιτρίας.

Όταν λοιπόν ο Πατριάρχης είδε την υποδοχή των μοναχών της Νιτρίας στο πρόσωπο του Όσιου Ισίδωρου, εκνευρίστηκε, καταδίκασε την ενέργεια αυτή, και τους εκδίωξε από την περιοχή, ώστε 300 από αυτούς να φύγουν εκτός Αιγύπτου το 399 μ. Χ.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι αρχίζουμε και σχηματίζουμε μια αμυδρή εικόνα, για τα γεγονότα που συνετέλεσαν στο χτίσιμο του Μοναστηριού του Αι Σίδερου.

Φαίνεται πως από τους 300 μοναχούς της Νιτρίας που εκδιώχθηκαν από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο το 399 μ.Χ. επειδή υποδέχθηκαν με τιμές τον Όσιο Ισίδωρο, κάποιοι έφτασαν μέχρι τη Σύμη αναζητώντας χώρο εγκατάστασης.

Στην περιοχή που έχουμε υποδείξει, σύμφωνα και με τα λεγόμενα του χειρογράφου (ότι έχτισαν το μοναστήρι μοναχοί από τη Νιτρία), βρήκαν τον κατάλληλο χώρο, και στα ερείπια του προχριστιανικού κτιρίου, ανέγειραν το μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, προς τιμήν του ασκητή που θαύμαζαν.

Αν πάρουμε τώρα χρονολογικά τη φυγή τους από τη Νιτρία και την Αίγυπτο το 399 μ. Χ. το χτίσιμο της μονής, θα πρέπει να έγινε με απόκλιση λίγων χρόνων, ανάμεσα στο 399 και στο 410 μ. Χ.


Ακόμα μια φωτογραφία του Μοναστηριού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Ρουκουνιώτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αφού εξετάσαμε όλα τα στοιχεία που είχαμε για το μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, ερχόμαστε στο μοναστήρι του Μιχαήλη (παλιός ναός), το οποίο είναι αυτό που έχτισαν οι τεχνίτες τους οποίους διέθεσε ο αυτοκράτορας από την Κωνσταντινούπολη, για να εγκατασταθούν στο νέο τους χώρο οι μοναχοί του Αϊ Σίδερου.

Η πρώτη ερώτηση που μας έρχεται στο μυαλό, είναι γιατί επελέγη η συγκεκριμένη τοποθεσία για το χτίσιμο του νέου μοναστηριού.

Ο κυριότερος λόγος, πρέπει να ήταν η απόσταση ασφαλείας από τη θάλασσα, όπου η συχνή απειλή των πειρατών δεν ήταν πλέον έντονη και ορατή.

Δεύτερος λόγος, ήταν να βρίσκονται κοντά σε μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και τρίτος, να προϋπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο άλλο κτίριο ή μικρό εξωκλήσι το οποίο το διαμόρφωσαν ή επέκτειναν. Το τελευταίο το στηρίζουμε στο γεγονός, ότι στο νέο μοναστήρι που χτίζεται, δε δίδεται το όνομα του πρώτου που εγκατέλειψαν, δηλαδή Άγιος Ισίδωρος.

Γνωρίζουμε ακόμα, ότι τον 5ον αιώνα, όπως αναφέρει ο Ι. Μ. Χατζηφώτης στο βιβλίο του «Στα κάστρα της Ορθοδοξίας» που είναι αφιερωμένο στον Πανορμίτη, στη Φρυγία και στη Πισιδία, που βρίσκονται απέναντι από τη Σύμη στη Μικρασιατική ακτή, η «Θρησκεία των Αγγέλων» Αγγελολατρεία ήταν πολύ διαδεδομένη, και η διάδοσή της και στη Σύμη θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, βλέποντας και τα πολλά μοναστήρια και εξωκλήσια προς τιμήν των Αρχαγγέλων. Ίσως λοιπόν η νέα αυτή τάση, να οδήγησε και στην αλλαγή ονόματος στην νέα μετεγκατάσταση των μοναχών από τον Αϊ Σίδερο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ Ρουκουνιώτη (Μιχαήλη).

Πιθανόν λοιπόν να πήγαν στο παλιό εξωκλήσι που ίσως προϋπήρχε προς τιμήν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ(;) ή σε άλλο όνομα Αγίου, και αφού το επέκτειναν, το διαμόρφωσαν οχυρώνοντάς το και χτίζοντας εξωτερικά περίβολο. Δεν υπάρχει πάντως απτή απόδειξη, ούτε και στην παράδοση, που να μνημονεύεται το προϋπάρχων εξωκλήσι σε τι όνομα Αγίου ήταν. Απλά κάνουμε υποθέσεις, και μπορεί να μην υπήρχε, και να ήταν ειδωλολατρικός ναός.  
Όπως υποστηρίζει ο Θεολόγος καθηγητής Ασκητής Γεώργιος, σε ένα μικρό βιβλιαράκι που συνέγραψε εκ 40 σελίδων και περιέχει σπουδαίες πληροφορίες και εκτιμήσεις για το Μιχαήλη (παλιό και νέο), το μικρό κατ’ αρχάς εξωκλήσι, πρέπει να ήταν ειδωλολατρικός ναός. Αυτό το συμπεραίνει, και από το εσωτερικό του θολωτού θυσιαστηρίου (όπου ετελούντο οι θυσίες), αλλά και από το διαχώρισμα μεταξύ θύρας του κυρίως ναού και του νάρθηκα. «Μετατραπέντος του Εθνικού ναού εις Χριστιανικό», λέει ο Ασκητής, «εκοσμήθη δι ιερών εικόνων των προφητών Ιεζεκιήλ, Μιχαίου κ.λπ. όπως δηλούται εκ των ιστορημένων τοιούτων επί των τοξοειδών μερών του θόλου. Δυστυχώς το ασβεστοκονίαμα και η επιδιόρθωσης του νάρθηκος ο οποίος καταλήγει εις μικράν θυρίδα δια της οποίας εγένετο η είσοδος εις τον ναόν, εξάλειψε τας παλαιάς τοιχογραφίας πλην ελαχίστων και της επιγραφής, αύτη είναι του 15ου αιώνος, σώζεται κάπως τετριμμένη και αναφέρεται εις την ανακαίνιση της Μονής».

Ίσως εάν σώζονταν οι παλιές τοιχογραφίες, θα μπορούσαμε να βλέπαμε και κάποια αγιογραφία του Αγίου Ισιδώρου, εάν φυσικά οι τοιχογραφίες αυτές ήταν οι πρώτες από το χτίσιμο του ναού.

Ερευνώντας όλα τα δεδομένα που επιβεβαιώνουν όχι μόνο τη μετεγκατάσταση των μοναχών από τον Άγιο Ισίδωρο στο Μιχαήλη, αλλά και τη σπουδαιότητα της μονής στους χρόνους που ακολούθησαν, καθώς και το ρόλο που έπαιξε σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας του νησιού, θα προσπαθήσουμε να αντλήσουμε στοιχεία και πληροφορίες από κάθε δυνατή πηγή να μας τα παράσχει. 



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 

  Στον κυρίως ναό, δεξιά στο σημείο που δημιουργείται ένα είδος καμάρας, ήταν τοποθετημένη η παλιά μεγάλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ πριν μεταφερθεί στο νέο ναό.
  Αν την τοποθετήσουμε ξανά, μένει ένα τοξοειδές κενό στο πάνω μέρος, στο οποίο ταιριάζει  η άλλη μεγάλη εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, η οποία φυλάσσεται επιμελώς, μια και θεωρείται σαν μια από τις καλλίτερες που κυκλοφορούν στο είδος της. (Είναι γνωστή η ιστορία κλοπής και μεταφοράς της πριν από αρκετά χρόνια στην Αθήνα, για να καταλήξει με περιπετειώδη τρόπο πάλι πίσω στο μοναστήρι).
Την ίδια άποψη, είχε εκφράσει παλαιότερα ο Σωτήριος Καρανικόλας «Στα σεβάσματα της λατρείας των Συμαίων», αλλά και ο θεολόγος Ασκητής στο προαναφερθέν βιβλίο του για το Μιχαήλη.
 Ο λόγος που αναφέρουμε την εικόνα αυτή, είναι να προβληματιστούμε για τη τοποθέτησή της στο επίμαχο σημείο, να δούμε τη σημασία της επιλογής του θέματος αυτού, και το σπουδαιότερο, να αναγνώσουμε την επιγραφή στο κάτω μέρος της.
  Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την τοποθέτηση της στο κενό πάνω από την εικόνα του Μιχαήλη, αναφορικά με το θέμα της φιλοξενίας, σαν το γεγονός που συντελέστηκε, δηλαδή τη φιλοξενία των μοναχών του Αι Σίδερου στο νέο ναό του Μιχαήλη που προϋπήρχε, ενώ δεν παραβλέπουμε το θέμα πως έχει συνάφεια με τον Αρχάγγελο. (Ορισμένοι Πατέρες της εκκλησίας, θεωρούν σαν πρώιμη αναπαράσταση της εικόνας αυτής την Αγία Τριάδα, ενώ ο καθηγητής και Ακαδημαϊκός Ορλάνδος, ερμηνεύοντας τον μεσαίο Άγγελο που κρατά ειλητάριο ότι είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει την απεικόνιση του Χριστού. Υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία και πολλές απόψεις για το θέμα αυτό. Στη δική μας εικόνα βέβαια, ο ζωγράφος, δεν αποδίδει το θέμα σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ορλάνδου, και  ο μεσαίος Άγγελος δεν κρατά ειλητάριο στα χέρια του).  
  Στο κάτω μέρος της εικόνας, πέραν του ονόματος του ζωγράφου, υπάρχει και η επιγραφή: «Μνήσθητι κύριε του δούλου σου Ναθαναήλ και των επιλοίπων αδελφών κτητόρων της Αγίας Μονής ταύτης».
 Τι μπορούμε να υποθέσουμε; Ότι ο ηγούμενος Ναθαναήλ και οι υπόλοιποι αδελφοί κτήτορες, είναι αυτοί που πρωτοστάτησαν στο κτίσιμο της Μονής, και  ήταν αυτοί που έφυγαν από το μοναστήρι του Αι Σίδερου, και πιθανόν αυτοί που συνάντησαν τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ το Μικρό;

Όσον αφορά το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, το οποίο το έκτισε ομάδα μοναχών από το Μιχαήλη, δεν έχουμε κάτι που να μαρτυρά την παλαιότητά του, μια και οι τοιχογραφίες που θα μπορούσαν να μας δώσουν κάποιες πληροφορίες για το κτίσιμο ή την ανακαίνιση του έχουν εξαλειφθεί. Αναφέρουμε μόνο εδώ, ότι υπάρχει η φορητή εικόνα των Αγίων Αναργύρων η οποία είναι πολύ παλιά, καμωμένη με την εγκαυστική μέθοδο, η οποία θεωρείται πολύ σπάνια για εικόνες. Φυλασσόταν μέχρι πρόσφατα στο Μιχαήλη για καλλίτερη ασφάλεια και προστασία.                                  




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

  Φεύγοντας από τον Αι Σίδερο για να εγκατασταθούν στο Μιχαήλη, σίγουρα πήραν μαζί τους, ότι αντικείμενα ήταν εύκολο να μεταφερθούν.
  Έτσι κάποιες εικόνες, χειρόγραφα, σκεύη κ.λ.π. ήρθαν από τον Αι Σίδερο. Ποια δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε.
  Θα ασχοληθούμε όμως με ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο, γραμμένο σε μεμβράνη, σπουδαίο μνημείο παλαιογραφικής γραφής, το οποίο έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία, όπως τη μαθαίνουμε από το Θεολόγο Ασκητή, που έκανε την αρίθμηση του (219 φύλλα διαστάσεων 0,26 Χ 0,20 με το περιθώριο).
  Τα αρχικά γράμματα είναι χρυσής γραφής, ενώ αρκετής καλλιτεχνικής αξίας είναι τα γράμματα ενάρξεως κάθε περικοπής του Ευαγγελίου.
  Κοσμείται από τρεις εικόνες των Ευαγγελιστών εκτός του Λουκά, η οποία κόπηκε από μέσα, και κάποια στιγμή όπως λέγεται εντοπίστηκε κάπου στην Αλεξάνδρεια.
  Το χειρόγραφο αυτό Ευαγγέλιο, φυλασσόταν στην Αρχαιολογική υπηρεσία Ρόδου μέχρι πρόσφατα.
   Είναι όμως σημαντικό, να δούμε τον συγγραφέα αυτού του χειρόγραφου Ευαγγελίου, όπως αφήνει να διαφαίνεται σε δύο επιγράμματα στο τέλος του.
  Στο πρώτο επίγραμμα αναφέρει σε κάποιο σημείο του:   «…πλην την χάριν ην τη νέα δίδωσιν εξαίρει πλέον / κοσμούν ο χρυσός τη γραφή του βιβλίου / εν ω τα πάντα πολλαχώς εσπαρμένα / εις εν συνάψας εκ πόθου πολλού ΛΕΩΝ / ψυχάς τρυφήν δίδωσι την καθ’ ημέραν…»
  Στο δεύτερο επίγραμμα αναφέρει: «Έργον το τερπνόν θερμόν εμφαίνει πόθου / ΛΕΟΝΤΟΣ αθροίσαντος εις βίβλον μίαν /…»
  Και στα δύο επιγράμματα, φαίνεται καθαρά, ότι ο ΛΕΩΝ είναι αυτός που συγκέντρωσε εις ένα βιβλίο και έγραψε αυτά που περιλαμβάνονται στο Ευαγγέλιο.
  Ποιος όμως είναι αυτός ο ΛΕΩΝ;
  Ο Ασκητής  αναφέρει, ότι το περιοδικό ΜΕΝΤΩΡ 1881 – 83, σε μια πραγματεία του ειδικά για το Ευαγγέλιο αυτό του Μιχαήλη, υποστηρίζει, ότι ο ΛΕΩΝ, ήταν μοναχός, που ήκμασε επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ του Μικρού. Άλλοι λένε, πως ήταν και στην ακολουθία του αυτοκράτορα.
  Το ίδιο αναφέρει και ο Γρηγορόπουλος νωρίτερα, στο βιβλίο που συνέγραψε για τη Σύμη το 1877.
 Ακόμα, για να συνδέσουμε πάλι το όνομα του συγκεκριμένου αυτοκράτορα με τη Σύμη, να πούμε πως και πριν μας γίνει γνωστό το περιεχόμενο του χειρογράφου από το Άγιο Όρος, στη Συμαϊκή παράδοση υπάρχει μια έντονη φήμη που αναφέρει, πως τα Δώδεκα Σπήλια στο Νημποριό, ήταν σχολή Αγιογραφίας που την στήριξε με επιχορηγήσεις ο Θεοδόσιος ο Β’ ο Μικρός. Το αναφέρουν  στον τουριστικό οδηγό  που εξέδωσαν  το 1975 ο Κώστας Φαρμακίδης και η αρχαιολόγος Αγάπη Καρακατσάνη.
  Δεν θα σταθώ στα Δώδεκα Σπήλια, αλλά στην παράδοση που λέει για τον αυτοκράτορα. Μπορεί να μην ήταν στο σημείο αυτό που υποδεικνύεται η σχολή Αγιογραφίας, αλλά η παράδοση αναφέρει τον συγκεκριμένο αυτοκράτορα και όχι κάποιον άλλον. ( Κάνω μια παρένθεση εδώ, για να πω τη γνώμη μου για τα Δώδεκα Σπήλια. Δεν ήταν εκεί η σχολή Αγιογραφίας όπως λένε κάποιοι - χωρίς παράθυρα και φως - αλλά ούτε και δεξαμενές υπόγειες όμβριων υδάτων όπως ακούσαμε να διατείνονται άλλοι, ούτε και κατακόμβες.
  Αν έχεις παρατηρητικότητα, καταλαβαίνεις, ότι ήταν υπόγεια κελάρια κτιρίου, τα ερείπια του οποίου συνεχίζονται και πάνω από τα Δώδεκα σπήλια, και μπορείς να αναγνωρίσεις και δάπεδα δωματίων, όπως και υπόλοιπα τοίχων. 
  Βλέπουμε λοιπόν, πως και ο συγγραφέας του χειρόγραφου Ευαγγελίου, αλλά και η παράδοση – ανάμεσα σε τόσους αυτοκράτορες – δεν επιλέγει στην τύχη τον ίδιο αυτοκράτορα. Όλα συνηγορούν και επιβεβαιώνουν την επίσκεψη του Θεοδόσιου Β’ του Μικρού στη Σύμη.
  Πριν μας γίνει γνωστό το χειρόγραφο, πολλά από αυτά μας φαίνονταν ασύνδετα και σκόρπια, όμως τώρα έχουν αποκτήσει μια συνεκτικότητα και μια αλληλουχία, ώστε κάποια πράγματα τα οποία απλώς τα υποπτευόμασταν, ήρθαν μόνα τους να προστεθούν και να επιβεβαιώσουν και να συμπληρώσουν τις γνώσεις μας.

  Επανερχόμαστε στο Μιχαήλη, για να παραθέσουμε κάποια γενικά συμπεράσματα για το κύρος, τη δράση και το ρόλο της Μονής. 



                 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

  Κατ’ αρχάς θα πρέπει να πούμε, πως ο Μιχαήλης, σαν παλιό Μοναστήρι, είχε μετόχια το μοναστήρι του Αϊ Φιλήμονα, την Παναγία την Καθολική, τους Αγίους Αναργύρους, την Παναγία τη Ξισώτισσα, και την Μεγάλη Παναγιά του Κάστρου.
  Μεγάλες εκτάσεις εξ’ άλλου και αγροτεμάχια έχει μέχρι σήμερα στην κατοχή του σε πολλά μέρη της Σύμης, και ιδίως στο βόρειο και δυτικό τμήμα του νησιού. Εδώ θα αναφέρουμε χαρακτηριστικά – για να συνδέσουμε πάλι τον Άγιο Ισίδωρο με το Μιχαήλη – πως στην τοποθεσία Λουριά, μια καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση που είναι πλάι από τα ερείπια  που υποδείξαμε, μέρος της πιθανόν να ανήκε στο τότε μοναστήρι του Αϊ Σίδερου, μια και ένα κομμάτι της ανήκει σήμερα στο Μιχαήλη. 
Το ίδιο και πιο κάτω στην περιοχή της Κάτανας, και εκεί έχει κάποιο κομμάτι, στη Σετιά, στο Πηάδι, στους Στραβούς, στο Τολί κάτω στην παραλία, και μεγάλες περιοχές στην Κάτω Μεριά ανήκουν σήμερα στον Μιχαήλη.  Μεταβιβάστηκαν δηλαδή, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού του Αγίου Ισιδώρου στον Ρουκουνιώτη; Ίσως.
  Όσον αφορά τον πλούτο της μονής, ο Ασκητής υπογραμμίζει ότι κατά την παράδοση, αυτή διέθετε περί τους 80 μοναχούς, πολλά ιερά κειμήλια, σπουδαιότατη  βιβλιοθήκη από αρχαία χειρόγραφα, σιγίλια κ.λ.π. Δυστυχώς πολλά από αυτά χάθηκαν, υπεξαιρέθηκαν ή καταστράφηκαν σε διάφορες εποχές. Ένα τέτοιο γεγονός μας μνημονεύει με ανάλογους χαρακτηρισμούς ο αιδεσιμότατος ιερεύς Κωνσταντίνος Καντούνιας, στο βιβλίο που συνέγραψε το 1865 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με τίτλο «Το τηλεσκόπιο του Καζαμία», με το ψευδώνυμο Γεώργιος Καντούνιας. Εκεί φαίνεται χαρακτηριστικά, πως αντιμετώπιζαν κάποιοι λόγω αμάθειας τα πολύτιμα χειρόγραφα της μονής.
  Σε μια σημείωση λοιπόν ο Κωνσταντίνος Καντούνιας, γράφει πως ο εξάδελφός του πατέρα του Ηγούμενος Κύριλλος Καντούνιας, του έλεγε πως ενθυμείτο μέγα κιβώτιο με πλήρη αρχαία χειρόγραφα, βιβλία από περγαμηνή, τα οποία ο προκάτοχός του τα έδινε εις τους ποιμένας και τους γεωργούς της μονής για να φυλάγουν τις καθημερινές τους τροφές, επειδή ήταν δυνατότερα του κοινού χαρτιού!!! Κάποιος μάλιστα μοναχός, έκοβε τις άκρες των σελίδων από αρχαιότατο Ευαγγέλιο για να τις γεμίζει με ταμπάκο!!!
  Σχετικά με τον ιδιαίτερο ρόλο της μονής στην πνευματική ζωή του τόπου και στις εν γένει εξελίξεις στο νησί, θα θυμίσουμε την ίδρυση της σχολής της Αγίας Μαρίνας από τον τοποτηρητή της Γεωργαρή Καλλίστρατο, πιθανόν με τη χρηματοδότηση της Μονής. Την ίδρυση του Πανορμίτειου Γυμνάσιου Σύμης από τον ηγούμενο του Μιχαήλη Μακάριο Μπάρβα μεταγενέστερα, ο οποίος ήταν και τοποτηρητής της Ιεράς Μονής Πανορμίτου.

  Αυτά για τη συμβολή της Μονής στην πνευματική ζωή του νησιού. Όσον αφορά τώρα την ενεργό συμμετοχή της σε κρίσιμες περιόδους, θα σημειώσουμε την αποστολή του ιερομόναχου Πρωτοσύγκελου Ανανία, ο οποίος κατόπιν αποφάσεως των κατοίκων της Σύμης, συνάντησε το στόλαρχο της Ενετικής Δημοκρατίας Φραγκίσκο Μοροζίνη στην Πρέβεζα το 1684, όπου κατάφερε και πέτυχε συμφωνία προς όφελος του νησιού. Σημαντική εξάλλου ήταν η βοήθεια που προσέφερε η μονή σε δύσκολους καιρούς για το Δήμο όπως λένε, διαθέτοντας αρκετά ποσά για τα ταμεία του.                   


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

  Κλείνοντας τη μελέτη μας για το χειρόγραφο και τις μονές του Αι Σίδερου και του Μιχαήλη, πολλά δεδομένα έχουν επανεκτιμηθεί, και κυρίως έχει ανατραπεί η δοξασία που υπήρχε, που ήθελε το Χριστιανισμό  να εισέρχεται στη Σύμη πολύ αργά τον 8ο – 9ο αιώνα μ.Χ. Ο μόνος που υποστήριξε (χωρίς να γνωρίζει βέβαια το χειρόγραφο) ότι ο Χριστιανισμός ήρθε τον 5ο – 6ο αιώνα στο νησί, είναι ο Νικήτας Χαβιαράς, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Τα μοναστήρια της Σύμης» τόμος Α’ τεύχος α’ του 1962. 
Το συμπεραίνει από Χριστιανικές επιγραφές που δημοσίευσε ο πατέρας του Δημοσθένης Χαβιαράς. «Δημοσθένη Χαβιαρά. Συλλογή επιγραφών και περιγραφή Χριστιανικών αρχαιοτήτων εν Βυζαντινοίς χρονικοίς. Πετρουπόλεως τόμος ΧΙΧ (1912) 6 147 – 170».
  Είναι γνωστό άλλωστε, ότι η Ρόδος – την οποίαν η Σύμη ακολούθησε σε κάθε ιστορική αλλαγή και εξέλιξη,  πολιτική – θρησκευτική – από τα μέσα του 3ου προς 4ο αιώνα, όχι μόνο έχει ασπασθεί το Χριστιανισμό, αλλά διαθέτει και Επίσκοπο. Το 325 μ. Χ. Επίσκοπος Ρόδου ήταν ο Φωτεινός, ενώ το 431 μ. Χ. που έγινε η 3η Οικουμενική σύνοδος στην Έφεσο με τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ το Μικρό παρόντα, Επίσκοπος Ρόδου ήταν ο Ελλάνικος.
  Αναφορικά με το προσωνύμιο «Ρουκουνιώτης», κάποιοι το αποδίδουν στη Τούρκικη λέξη (Ρουκούν) που θα πει πνεύμα, όπως σημειώνει ο Ασκητής στο βιβλίο του, άλλοι από το φυτό ρόκα (ρούκα στη Σύμη), και εμείς θα προσθέσουμε ακόμα μια εκδοχή. Στην Κρήτη, λένε Ρούκουνα, το μεγάλο καντούνι του σπιτιού, και μεταφορικά αυτό που έχει δυνατές ρίζες, μεγάλη δύναμη και επιρροή.
  Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε, ότι το μοναστήρι του Αι Σίδερου, είναι η πρώτη μοναστική κοινότητα στο νησί, που χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ, γύρω στο 400 με 410 μ.Χ. και έπεται το μοναστήρι του Μιχαήλη μετά από 25 με 30 χρόνια αργότερα.
  Να σημειώσουμε ότι το μοναστήρι του Μιχαήλη δεν ήταν εξ αρχής Σταυροπηγιακό, και έγινε αργότερα τον 15ο αιώνα, όπως φαίνεται σε ένα σιγίλιο. Μήπως ήταν αυτοκρατορικό; Ίσως. Αυτό δε θα το μάθουμε πιθανόν, όπως και πολλά πράγματα για τη μονή, μια που σε καιρούς ζοφερούς και χαλεπούς, σπουδαία χειρόγραφα και σιγίλια καταστράφηκαν.

*Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στα σιγίλια και τα αρχαία χειρόγραφα της Μονής Μιχαήλ Ρουκουνιώτη, όπως και στα κειμήλια που έχει, στις φορητές εικόνες και στα αντικείμενα που χρήζουν μελέτης και έρευνας, στους ηγουμένους της Μονής και άλλα, όμως, επικεντρωθήκαμε στη  μελέτη μας, που αφορούσε κατά κύριο λόγο, πότε και από ποιούς κτίστηκε το Μοναστήρι του Αγίου Ισίδωρου και το Μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Ρουκουνιώτη, και εκεί εστιάσαμε την προσοχή και την έρευνά μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ιωάννης Μ. Χατζηφώτη.
  2. Εφημερίδα ΠΡΟΟΔΟΣ άρθρο Γιώργου Μαρτίνη.
  3. Εφημερίδα ΠΡΟΟΔΟΣ άρθρο Θεοφάνη Μπογιάννου.
  4. Τουριστικός Οδηγός , Κώστα Φαρμακίδη – Αγάπης Καρακατσάνη 1975.
  5. Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ Γ. Γκότση τόμος Β’ 1973.
  6. ΑΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ Η ζωή του Συμιακού μοναχού.
  7. ΣΥΜΑΪΚΟ ΒΗΜΑ 1954 αριθ. Φύλλου 181 – 182 περίοδος β, έτος Η.
  8. Η ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ 1765 – 1821 Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης 1978.
  9. ΤΟ ΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ ΤΟΥ ΚΑΖΑΜΙΑ Γεωργίου Καντούνια 1865 Αλεξάνδρεια.
  10. Η ΕΝ ΣΥΜΗ ΙΕΡΑ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΝΗ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΥ ΡΟΥΚΟΥΝΙΩΤΟΥ, Γεωργίου Αν. Ασκητή 1961.
  11. ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ Νικήτα Δ. Χαβιαρά 1962, τόμος Α, τεύχος α.
  12. ΤΑ ΣΥΜΑΪΚΑ επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα, τόμος Δ’,  ΤΑ ΣΕΒΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΑΙΩΝ, ο ΠΑΛΙΟΣ ή ΚΑΤΩ ΜΙΧΑΗΛΗΣ.
  13. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Τόμος Γ΄ (περίοδος Θεολογικής ακμής 4ος – 5ος αιώνας), Παναγιώτου Κ. Χρήστου. Εκδόσεις Ίδρυμα Πατριαρχικών μελετών.
  14. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, Α. Βασίλιεφ, τόμος 1ος.
  15. ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Καρλ Ντιλ, τόμος Α’ εκδόσεις Μπεργαδή.
  16. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, Ζεράρ Βάλτερ, εκδόσεις Ωκεανίς.
  17. Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ, Ταμάρα Τάλμποτ Ράις, 1990 εκδόσεις Παπαδήμα.
  18. ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, τόμος ς’ Φαίδωνα Κουκουλέ, 1995.
  19. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, 6ος τόμος.
  20. Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΟΔΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ, Εισήγηση Μ. Σκανδαλίδη 4ο Συμπόσιο Δωδεκανήσου 1985.

 ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ


Related

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ 1514856606155785140

Σχετικοι Συνδεσμοι

Προσφατα

item